μετεωριστικός

μετεωριστικός, -ή, -όν (ΑΜ) [μετεωρίζω]
μσν.
διασκεδαστικός, αστείος
αρχ.
αυτός που διαταράσσει το πνεύμα.
επίρρ...
μετεωριστικῶς (Μ)
αστεία, πειρακτικά.

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.